Δίλογα

9.90

Σε απόθεμα

Ο Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.
«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίαςΟ Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίαςΟ Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίαςΟ Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίαςΟ Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίαςΟ Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίαςΟ Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίαςΟ Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίαςΟ Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίαςΟ Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίαςΟ Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίαςΟ Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίαςΟ Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίαςΟ Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίαςΟ Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίαςΟ Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίαςΟ Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίαςΟ Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίαςΟ Γιώργης Καράτζης με τη νέα ποιητική του συλλογή «Δίλογα», αντιστέκεται στη κρίση της εποχής και αρθρώνει σε δύο Λόγους μια ποιητική πραγματικότητα, που ανήκει σε όλους μας. Στον πρώτο Λόγο γράφει με παραδοσιακό κρητικό ιδιόλεκτο στο οποίο είναι μεγάλος «μάστορας», ενώ στον δεύτερο Λόγο του, εκφράζεται με νεωτερικό πεζό λόγο.«Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθειςκι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις»Η ποιητική του συνείδηση κυριαρχείται από μια συγκλονιστική αυτογνωσία:«Ό,τι κι αν έχω για να πω το ‘χουν ‘πωμένο κι άλλοικι όσα θωρώ, χίλιες φορές, τα ‘χουνε ζήσει πάλι».Ο λόγος του ποιητή, όπως συμβαίνει και στον Ερωτόκριτο, μέσα από την παρατήρηση και τον εσωτερικό έλεγχο ακουμπάει σε κοινωνικές αλήθειες:«Όλοι μοναχοπαίδι μας θαρρούμε την αλήθειακι όλοι μας τη φορτώνομε ψεύτικα παραμύθια»Κλονισμένος θαρρείς αναρωτιέται με έναν υποκειμενικό πεσιμισμό, που εκφράζει ένα καθολικό συναίσθημα: «Τίνος αλήθεια να δεχτώ και ποια ‘ναι η γ-εδική μου; Πώς να διαλέξω φορεσά να ντύσω την ψυχή μου». Ο Γιώργης Καράτζης δεν είναι ένας εύκολος ποιητής, όχι γιατί ο ποιητικός του λόγος είναι δύσκολος, αλλά γιατί δεν αφήνει τίποτε που να μην το εξετάζει γυμνώνοντάς το, για να το υψώσει στο μέτρο όλων μας.«Οι φλέβες του κόσμου κοχλάζουν·Οι ποιητές της αιωνιότητας πανηγυρίζουν, φωνάζοντας:-Αινείτε τους Έλληνες,Εις τους αιώνας των αιώνων».Η αντιστασιακή του δράση δίνει την «Περιφρούρηση»: «Μικροί και ασήμαντοι, ευτελείς και ανίκανο ι/ παρεισέφρησαν στην πορεία· / φώναξαν, υποκρίθηκαν, υποσχέθηκαν, εξαγόρασαν(όχι πως κι εμείς δεν έχομε ευθύνη)/ και στο τέλος έγιναν αφέντες/ και όριζαν τη ζωή και την τύχη μας». Από τον καιρό της πρώτης του νιότης, τότε που έγραψε την «Εμινέ», ο Γιώργης εξελίχθηκε στον ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε και που μπορεί μέσα από την διδακτική της ποίησής του να διαμορφώσει μια θέση σαφή, προσανατολισμένη καθαρά σε μια αναζήτηση σωτηρίας τόσο για το άτομο όσο και το σύνολο του Ελληνικού λαού, σε μια προσπάθεια να κρατηθούμε όλοι ακέραιοι και ελεύθεροι.«Γιατί ‘ναι όλα θύμηση κι η θύμηση ‘ναι πάλιΤση ζήσης η αληθινή δύναμη κι η μεγάλη».Ιωάννα ΜπισκιτζήΛέκτορας κλασικής φιλολογίας

Αξιολογήσεις

Δεν υπάρχει καμία αξιολόγηση ακόμη.

Κάνετε την πρώτη αξιολόγηση για το προϊόν: “Δίλογα”

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *