1. Συγγραφείς
  2. Αμάρτυα Σεν

Αμάρτυα Σεν

Ο Αμάρτυα Κουμάρ Σεν (=অমর্ত্য কুমার সেন, Amartya Kumar Sen), που γεννήθηκε στις 3 Νοεμβρίου 1933, είναι Ινδός οικονομολόγος, ο οποίος από το 1972 εργάζεται και διδάσκει στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ. Οι συνεισφορές του στα οικονομικά των κοινωνικών παροχών, στη θεωρία της κοινωνικής επιλογής και της οικονομικής και κοινωνικής δικαιοσύνης, και στους δείκτες αποτιμήσεως του επιπέδου διαβιώσεως των πολιτών των αναπτυσσόμενων χωρών, έχουν εκτιμηθεί ιδιαίτερα. Το 1998 του απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών για τις έρευνές του επί των οικονομικών των κοινωνικών παροχών.

Οι δημοσιεύσεις του Σεν στα χρόνια λίγο πριν και μετά το 1970 βοήθησαν στην ανάπτυξη της θεωρίας της κοινωνικής επιλογής, την οποία επεξέτεινε και εμπλούτισε χάρη στις γνώσεις του στην ιστορία της οικονομικής σκέψεως και στη φιλοσοφία.

Το 1981 ο Σεν δημοσίευσε το Poverty and Famines: An Essay on Entitlement and Deprivation (= «Φτώχεια και λιμοί: Δοκίμιο επί των δικαιωμάτων και της στερήσεως», 1981), μία μονογραφία όπου υποστηρίζει ότι οι λιμοί συμβαίνουν όχι μόνο εξαιτίας ελλείψεως τροφής, αλλά και εξαιτίας ανισοτήτων που είναι ενσωματωμένες στους μηχανισμούς κατανομής της. Ως παράδειγμα έθεσε τον λιμό της Βεγγάλης, για τον οποίο έγραψε ότι προκλήθηκε από μία απότομη οικονομική ανάπτυξη των αστικών περιοχών, που ύψωσε τις τιμές των τροφίμων με αποτέλεσμα εκατομμύρια εργαζόμενοι στον αγροτικό τομέα να λιμοκτονήσουν όταν τα ημερομίσθιά τους δεν αυξήθηκαν αντιστοίχως[6]

Το ενδιαφέρον του Σεν για το θέμα πήγαζε από προσωπική εμπειρία. Ως παιδί εννέα ετών έζησε τον λιμό της Βεγγάλης του 1943, στον οποίο πέθαναν από πείνα τρία εκατομμύρια άνθρωποι. Αυτή η εντυπωσιακή απώλεια ζωών δεν ήταν αναπόφευκτη, συμπεραίνει ο Σεν στο βιβλίο του, όπου παρουσιάζει στοιχεία κατά τα οποία υπήρχε επαρκής ποσότητα τροφίμων στη Βεγγάλη εκείνη τη χρονιά, αλλά ειδικότερες ομάδες ανθρώπων, όπως οι ακτήμονες αγρότες και φτωχοί επαγγελματίες των πόλεων όπως οι κουρείς, δεν είχαν τα οικονομικά μέσα να αποκτήσουν αρκετή τροφή, επειδή η τιμή της αυξήθηκε απότομα εξαιτίας παραγόντων όπως η βρετανική αγορά τροφών για τα στρατεύματα, αγορά αποθεμάτων εξαιτίας πανικού και αισχροκέρδεια. Στο Poverty and Famines ο Σεν αποκαλύπτει ότι σε πολλές περιπτώσεις λιμού η διαθεσιμότητα τροφίμων δεν μειώθηκε πολύ. Στην περίπτωση της Βεγγάλης π.χ., η παραγωγή τροφίμων, παρότι μικρότερη από το αμέσως προηγούμενο έτος, ήταν υψηλότερη από ό,τι τα προηγούμενα έτη, κατά τα οποία δεν σημειώθηκε λιμός. Ο Σεν ανέδειξε έτσι έναν αριθμό κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων, όπως η μείωση στα ημερομίσθια, η ανεργία, οι αυξανόμενες τιμές τροφίμων και τα ανεπαρκή συστήματα διανομής τροφής. Αυτά τα αίτια οδήγησαν σε λιμοκτονία ορισμένες κοινωνικές ομάδες. Η «προσέγγιση των δυνατοτήτων» του Σεν εστιάζει στην έννοια της «θετικής ελευθερίας», δηλαδή την πραγματική δυνατότητα ενός ανθρώπου να είναι ή να κάνει κάτι, αντί στην προσέγγιση με βάση την «αρνητική ελευθερία», που ήταν και είναι η συνήθης στις οικονομικές επιστήμες, η οποία εστιάζει απλώς στην απουσία δραστηριότητας.

Εκτός από το σημαντικό έργο του πάνω στις αιτίες των λιμών, οι έρευνες του Σεν στο πεδίο των αναπτυξιακών οικονομικών είχε αξιοσημείωτη επίδραση στη διατύπωση της «Αναφοράς για την ανθρώπινη ανάπτυξη» (Human Development Report)[7], που δημοσιεύθηκε από το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα του ΟΗΕ[8]. Αυτή η ετήσια έκδοση που κατατάσσει τις χώρες ανάλογα με μία ποικιλία οικονομικών και κοινωνικών δεικτών, χρωστά πολλά στη συνεισφορά του Σεν, όπως και άλλων θεωρητικών της κοινωνικής επιλογής στο πεδίο των οικονομικών μετρήσεων της φτώχειας και της ανισότητας.

Η επαναστατική συνεισφορά του Σεν στα οικονομικά της ανάπτυξης και στους κοινωνικούς δείκτες είναι η έννοια της «προσεγγίσεως των δυνατοτήτων ή ικανοτήτων» (capability approach), που αναπτύσσειται στο άρθρο του "Equality of What"[9]. Υποστηρίζει εκεί ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να αξιολογούνται με μέτρο τις συγκεκριμένες δυνατότητες των πολιτών τους, καθώς η ανάπτυξη από πάνω προς τα κάτω θα καταπατά πάντα ανθρώπινα δικαιώματα όσο παραμένουν ασαφείς οι σχετικοί ορισμοί (είναι ένα «δικαίωμα» κάτι που πρέπει να παρέχεται ή κάτι που απλώς δεν μπορεί να αφαιρεθεί;). Για παράδειγμα, οι Αμερικανοί πολίτες έχουν ένα υποθετικό «δικαίωμα» να ψηφίζουν. Για τον Σεν αυτή η έννοια μοιάζει κενή περιεχομένου. Προκειμένου οι πολίτες να έχουν την ικανότητα να ψηφίζουν, πρέπει πρώτα να έχουν «λειτουργικότητες». Αυτές οι «λειτουργικότητες» μπορεί να ποικίλλουν από πολύ γενικές, όπως η διαθεσιμότητα της εκπαιδεύσεως, μέχρι πολύ ειδικές, όπως η δυνατότητα μεταφοράς στα εκλογικά τμήματα ενός οικισμού. Μόνο όταν αφαιρεθούν όλοι αυτοί οι φραγμοί μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο πολίτης δρα από προσωπική επιλογή. Είναι δουλειά της κάθε συγκεκριμένης κοινωνίας να καταρτίσει τον κατάλογο των ελάχιστων δυνατοτήτων που θα εγγυάται αυτή η κοινωνία.

Ο Σεν έγραψε ένα αμφιλεγόμενο άρθρο στο The New York Review of Books με τίτλο (μετάφρ.) «Πάνω από 100 εκατομμύρια γυναίκες λείπουν», όπου αναλύει την επίπτωση στη θνησιμότητα των άνισων δικαιωμάτων των δύο φύλων στον αναπτυσσόμενο κόσμο, και ειδικότερα στην Ασία. Μετέπειτα μελέτες, όπως αυτή της Emily Oster, υποστήριξαν ότι η εκτίμηση του Σεν είναι υπερβολική, παρότι η Oster έχει ανακαλέσει ορισμένα από τα συμπεράσματά της.

Τα οικονομικά των κοινωνικών παροχών (welfare economics) αναζητούν την αξιολόγηση οικονομικών πολιτικών με βάση τα αποτελέσματά τους στην καλή κατάσταση της κοινότητας. Ο Σεν, που αφιέρωσε τη σταδιοδρομία του σε αυτά ή παρόμοια θέματα, έχει αποκληθεί «η συνείδηση της επιστήμης του». Η μεγάλης επιδράσεως μονογραφία του Collective Choice and Social Welfare (= «Συλλογική επιλογή και κοινωνικές παροχές», 1970), που ασχολείται με προβλήματα ατομικών δικαιωμάτων (περιλαμβάνει τη διατύπωση του φιλελεύθερου παραδόξου), δικαιοσύνης και ισότητας, του κανόνα της πλειοψηφίας και της διαθεσιμότητας των πληροφοριών για τις συνθήκες ζωής των ατόμων, συνέτεινε ώστε πολλοί ερευνητές να στρέψουν την προσοχή τους σε θέματα βασικής κοινωνικής πολιτικής. Ο Σεν επινόησε μεθόδους μετρήσεως της φτώχειας που έδωσαν χρήσιμες πληροφορίες για τη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών των φτωχών. Π.χ. η θεωρητική του έρευνα πάνω στην ανισότητα έδωσε μία εξήγηση για τον λόγο υπάρξεως περισσότερων ανδρών παρά γυναικών στην Ινδία και στην Κίνα, ενώ αντιθέτως στη Δύση και σε φτωχές αλλά «ιατρικώς αμερόληπτες» χώρες, οι γυναίκες έχουν χαμηλότερες θνησιμότητες σε όλες τις ηλικίες, ζουν περισσότερο και συνιστούν την ελαφρά πλειοψηφία του πληθυσμού.

Οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί που χειρίζονται τις επισιτιστικές κρίσεις επηρεάσθηκαν από τις έρευνες του Αμάρτυα Σεν. Οι απόψεις του ενεθάρρυναν τους αρμόδιους για τη χάραξη πολιτικής να δώσουν σημασία όχι μόνο στην άμεση ανακούφιση των πληγέντων, αλλά και στην εξεύρεση τρόπων για την αντικατάσταση του απωλεσθέντος εισοδήματος των φτωχών, π.χ. με προγράμματα δημόσιων έργων, και για τη διατήρηση σταθερών τιμών των τροφίμων. Σθεναρός υποστηρικτής των πολιτικών ελευθεριών, ο Σεν πίστευε ότι οι λιμοί δεν συμβαίνουν στις λειτουργικές δημοκρατίες επειδή οι ηγέτες τους υποχρεώνονται να αποκρίνονται περισσότερο και πιο άμεσα στις απαιτήσεις των πολιτών. Προκειμένου να επιτευχθεί οικονομική ανάπτυξη, υποστηρίζει, των οικονομικών μεταρρυθμίσεων πρέπει να προηγηθούν κοινωνικές, όπως η βελτίωση της εκπαιδεύσεως και της δημόσιας υγείας.

Το 2009 κυκλοφόρησε το βιβλίο του Σεν The Idea of Justice (= «Η ιδέα της δικαιοσύνης»).Βασιζόμενος στην προηγούμενη ενασχόλησή του με τα οικονομικά των κοινωνικών παροχών και τη θεωρία της κοινωνικής επιλογής, αλλά και πάνω στις φιλοσοφικές του σκέψεις, ο Σεν τόλμησε να παρουσιάσει τη δική του θεωρία περί δικαιοσύνης ως εναλλακτική πρόταση στις σύγχρονες θεωρίες των Τζων Ρόουλς και John Harsanyi. Σε αντίθεση με τον Ρόουλς, αλλά και με θεωρητικούς του Διαφωτισμού όπως οι Ιμάνουελ Καντ, Ζαν-Ζακ Ρουσώ και Ντέιβιντ Χιουμ, ο Σεν εμπνεύσθηκε από τα φιλοσοφικά έργα των Άνταμ Σμιθ και Mary Wollstonecraft για να αναπτύξει μία θεωρία συγκριτική και προσανατολισμένη προς την επίτευξη πρακτικών στόχων (αντί να είναι υπερβατική και θεσμική). Ωστόσο, ο Σεν εξακολουθεί να θεωρεί τους θεσμούς και τις διαδικασίες ως σημαντικές. Ως εναλλακτική λύση στο «πέπλο της άγνοιας» του Ρόουλς, ο Σεν επιλέγει το νοητικό πείραμα ενός αμερόληπτου θεατή ως τη βάση για τη θεωρία του περί δικαιοσύνης. Τονίζει επίσης τη σημασία του δημόσιου διαλόγου και την έννοια των παγκόσμιων ανθρώπινων δικαιωμάτων στην αξιολόγηση διάφορων κρατών ως προς τη δικαιοσύνη που επικρατεί στο εσωτερικό τους.

Ο Σεν έχει χαρακτηρισθεί η «Συνείδηση» και η «Μητέρα Τερέζα» των Οικονομικών για τις εργασίες του πάνω στους λιμούς, τη θεωρία της ανθρώπινης αναπτύξεως, τα οικονομικά των κοινωνικών παροχών, τους υποκείμενους μηχανισμούς που διαιωνίζουν τη φτώχεια, τις ανισότητες των δύο φύλων, ακόμα και για τις συνεισφορές του στον πολιτικό φιλελευθερισμό. Ο ίδιος ωστόσο αποποιείται τη σύγκρισή του με τη Μητέρα Τερέζα λέγοντας ότι δεν επεχείρησε ποτέ να ακολουθήσει έναν τρόπο ζωής αφιερωμένο στην αυτοθυσία.