1. Ιστορία και Πολιτική
  2. Ιστορία
  3. Πολιτική
  4. Επιστροφή

Τα παιδιά της Δικτατορίας

Συγγραφέας: Κωστής Κορνέτης

 

Εκδότης: Εκδόσεις Πόλις

 

Τιμή: 25,00 € 22,50 €

:
  • Google+
  • PrintFriendly
Χρονολογία έκδοσης: Δεκέμβριος 2015
Τύπος: Σκληρό
Σελίδες: 720
Διαστάσεις: 24x17cm

ISBN

  •  978-960-435-494-8

Περιγραφή

Ποια ήταν η σχέση των νέων στην Ελλάδα της Δικτατορίας με την κουλτούρα της διαμαρτυρίας του Μάη
του ’68; Σε ποιο βαθμό ήταν σε επαφή με τον πολιτικό ριζοσπαστισμό, αλλά και με τη μαζική κουλτούρα
της εποχής, ή αλλιώς με «τα παιδιά του Μαρξ και της Κόκα Κόλα»; Αυτή η μελέτη ανιχνεύει τις πολιτισμικές
ροές και τη διάδραση ανάμεσα στις διεθνείς και τις τοπικές διαστάσεις του ελληνικού φοιτητικού κινή-
ματος στη «μακρά» δεκαετία του εξήντα, υπογραμμίζοντας τη σχέση του με τα κινήματα αμφισβήτησης
στο εξωτερικό. Παρουσιάζει διεξοδικά τη νεανική έκρηξη της «Γενιάς του Ζήτα», τη δράση των παράνο-
μων οργανώσεων ενάντια στο καθεστώς των Συνταγματαρχών και τη μαζική φοιτητική κινητοποίη-ση στις
αρχές του ’70. Αναλύει πώς «τα παιδιά της Δικτατορίας», κινούμενα στο μεταίχμιο μεταξύ πρωτοπορίας
και παράδοσης, αξιοποίησαν τα κενά και τις ασυνέχειες του αυταρχικού καθεστώτος, συνδιαμορφώνο-
ντας το αριστερό παράδειγμα της εποχής, συχνά σε αντίθεση με την κοινωνική τους προέλευση. Το βι-
βλίο περιγράφει τις διαδικασίες με τις οποίες ο πολιτισμός συνυφάνθηκε με την πολιτική – δημιουργώ-
ντας ένα νέο «τρόπο ζωής», όπου το όραμα μιας ευρύτερης πολιτικής αλλαγής συνδυαζόταν με το με-
τασχηματισμό της καθημερινής πραγματικότητας. Έτσι, χαρτογραφεί την πορεία προς την εξέγερση του
Πολυτεχνείου, εντάσσοντας για πρώτη φορά την ελληνική περίπτωση στο ευρύτερο πλαίσιο των σίξτις.
Kαταδεικνύει επίσης –χωρίς να εξωραΐζει– πώς, σε αντίθεση με την πρόσφατη δαιμονοποίησή της, η πε-
ρίφημη «Γενιά του Πολυτεχνείου» αναδείχτηκε σε βασικό φορέα εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινω-
νίας τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Καίρια συμβολή της μελέτης είναι η ανάλυση της μνήμης των
γεγονότων αυτών μέσα από την προσωπική μικροϊστορία και τη βιωμένη εμπειρία των πρωταγωνιστών
τους, η οποία αναδεικνύει τον κομβικό ρόλο που κατέχει το παρελθόν στο σήμερα.
* * *
Το βιβλίο του Κορνέτη θα αποτελέσει σημείο αναφοράς στη βιβλιογραφία για τη μελέτη της «μακράς» εκείνης
περιόδου και θα πρέπει να τοποθετηθεί δίπλα στην Αρχαία σκουριά της Μάρως Δούκα, το εμβληματικό πολι-
τικό μυθιστόρημα και συνάμα Βildungsroman για τα παιδιά της Δικτατορίας.
Λευτέρης Καλοσπύρος, Καθημερινή
Ο Κορνέτης επιλέγει ως αντικείμενό του την εξαντλητική ανάγνωση μιας μυθικής γενιάς – εκείνης του Πολυ-
τεχνείου. Επιχειρεί να χαρτογραφήσει σε βάθος τη σύνθεση, τους σκοπούς, την ιδεολογία, την αυτοεικόνα της,
όπως και την κουλτούρα, τα μέσα έκφρασής της, τις μεθόδους διαμαρτυρίας, τη διανοητική και πρακτική δια-
σύνδεσή της με τα ανάλογα διεθνή κινήματα της δεκαετίας του ‘60.
Μάρκος Καρασαρίνης, Το Βήμα
Παρουσιάζεται για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση η ποικιλία των ψηφίδων που αποτέλεσαν τη γενεά του αντι-
δικτατορικού αγώνα, καθώς και η σημασία αυτών των παραμέτρων για τη δημιουργία κοινοτήτων και συ-
ντροφικότητας με έναν τρόπο που δεν χωρούσε στην αυστηρή ταξική ανάλυση ή στα πρότυπα του.

ΕΙΠΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Το επόμενο πεδίο της ελληνικής Ιστορίας το οποίο μετά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου αναμένει τη διερεύνηση και την ανάδειξή του στη δημόσια σφαίρα είναι εκείνο της δεκαετίας του '60. Το επίκαιρο και διαφωτιστικό βιβλίο του καθηγητή του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης Κωστή Κορνέτη «Children of the Dictatorship» συμπίπτει χρονικά με μια πύκνωση των ενδιαφερόντων της έρευνας. Τη μαρτυρούν τόσο οι εκδόσεις το 2013 της Εφης Αβδελά «Νέοι εν κινδύνω» (εκδ. Πόλις) και του Κώστα Κατσάπη «Το "πρόβλημα νεολαία"» (εκδ. Απρόβλεπτες) όσο και η διοργάνωση στα τέλη του 2014 του συνεδρίου με θέμα «Νεανικές κουλτούρες αμφισβήτησης στη μεταπολεμική Ελλάδα» στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Ο Κορνέτης επιλέγει ως αντικείμενό του την εξαντλητική ανάγνωση μιας μυθικής γενιάς - εκείνης του Πολυτεχνείου. Επιχειρεί να χαρτογραφήσει σε βάθος τη σύνθεση, τους σκοπούς, την ιδεολογία, την αυτοεικόνα της, όπως και την κουλτούρα, τα μέσα έκφρασής της, τις μεθόδους διαμαρτυρίας, τη διανοητική και πρακτική διασύνδεσή της με τα ανάλογα διεθνή κινήματα της δεκαετίας του '60. Παράλληλα, αντιδιαστέλλει τα χαρακτηριστικά της με εκείνες που προηγήθηκαν και την εντάσσει οργανικά στο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της δικτατορίας των συνταγματαρχών - η διαρκής μνεία του διάχυτου φόβου στις δεκάδες συνεντεύξεις των πηγών του και η έμφαση στη χρήση των μέσων μαζικής ενημέρωσης από το καθεστώς προκειμένου να διογκωθούν οι μεμονωμένες ενέργειες των πρώτων αντιστασιακών ενεργειών προς ανάδειξη της αποτελεσματικότητας του κατασταλτικού μηχανισμού αποτελούν από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του κειμένου.

Αντί για μια «βραχεία δεκαετία του '60» με τομή την 21η Απριλίου 1967, ο συγγραφέας προτείνει τη λογική της «μακράς δεκαετίας» από το 1958 ως το 1974, σύμφωνα με την περιοδολόγηση του βρετανού ιστορικού Αρθουρ Μάργουικ. Σε αυτό το πλαίσιο η ακολουθία του μετεμφυλιακού κράτους, του διαλείμματος της διακυβέρνησης της Ενωσης Κέντρου, της διολίσθησης προς τη δικτατορία μετά τα γεγονότα του 1965 και της τελικής επιβολής της χούντας αποτελεί το προσκήνιο στο οποίο περιγράφεται η διαδοχή τριών «γενεών»: της «γενιάς Ζ» των Λαμπράκηδων, μιας αριθμητικά περιορισμένης «επαναστατικής πρωτοπορίας» με έμβλημα την ένοπλη αντιδικτατορική δράση μεταξύ 1967 και 1972 και αυτής του μαζικού φοιτητικού κινήματος από τα τέλη του 1972. Τα «παιδιά της δικτατορίας» του τίτλου, γεννημένα μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, συγκροτούν κυρίως την τελευταία - μια κοινωνική ομάδωση που αναπτύχθηκε σε περιβάλλον αυταρχικής πολιτικής, έδωσε έμφαση στη συνείδησή της «ως αυτόνομης οντότητας, όχι κλώνου των φοιτητών της μετεμφυλιακής περιόδου», συνδιαλέχθηκε πολιτισμικά και πολιτικά με τον Μάη του 1968, αμφισβήτησε έμπρακτα το καθεστώς των συνταγματαρχών με την εξέγερση του Νοεμβρίου του 1973.

Μια βασική διαπίστωση του Κορνέτη για την πορεία της γενιάς του Πολυτεχνείου είναι ότι «το γενικό κύμα του '68 εισχώρησε στην Ελλάδα αλλά "μεταφράστηκε", έγινε αντικείμενο "επεξεργασίας" και προσαρμόστηκε στα υπάρχοντα κριτήρια, τις συνθήκες και τις ανάγκες της χώρας». Οι ομοιότητες είχαν να κάνουν με την εμφάνιση νέων κοινωνικών παραγόντων στο προσκήνιο, έτοιμων να λειτουργήσουν ως φορείς αμφισβήτησης κατεστημένων ιδεολογιών, να αντιταχθούν στον πολιτικό αυταρχισμό του κράτους ή τους εσωτερικούς καταναγκασμούς της οικογένειας, να απορρίψουν τον καπιταλισμό και τη σοβιετική εκδοχή μιας επανάστασης που είχε αποβεί γραφειοκρατία, να αυτονομηθούν από τους υπάρχοντες πολιτικούς οργανισμούς, να αναζητήσουν νέους διανοητικούς ή σεξουαλικούς ορίζοντες.

Ωστόσο, υπήρχαν και προφανείς διαφορές. Στην Ελλάδα το φοιτητικό κίνημα, όψιμη έκφραση μιας σειράς νέων κινημάτων διαμαρτυρίας παγκόσμιας εμβέλειας, δεν χαρακτηρίστηκε από την ασάφεια ή τη γενικότητα που έκαναν τον Μάη του '68 να αποκαλείται σκωπτικά από κάποιους «ερμηνεία σε αναζήτηση γεγονότος». Παρά τις επιδράσεις στο επίπεδο ενός «κώδικα σημαινόντων, όπως η ενδυμασία, οι μουσικές και λογοτεχνικές προτιμήσεις, η ρητορική και τα συνθήματα», το αντιδικτατορικό κίνημα είχε απτούς στόχους (ελεύθερη διακίνηση ιδεών, ανατροπή του καθεστώτος, επιστροφή στις δημοκρατικές διαδικασίες) των οποίων ο φιλελεύθερος χαρακτήρας βρισκόταν στους αντίποδες των διεκδικήσεων των διαδηλωτών του Παρισιού ή του Μπέρκλεϊ. Μάλιστα, ο Κορνέτης επισημαίνει ότι «παρά τον δυναμισμό του, το κίνημα δεν ήταν ένας αγώνας για το γκρέμισμα των πάντων, αλλά για τη δικαίωση παραδοσιακών αξιών και επομένως δεν υπήρξε εγγενώς προκλητικό». Αν η γενιά του Πολυτεχνείου εμφάνισε εικονοκλαστικές τάσεις, αυτές προέκυψαν στην καθημερινή της ζωή: «χαλαρότερα σεξουαλικά ήθη, χίπικο παρουσιαστικό, ανοικτά διακηρυγμένες πολιτικές απόψεις».

Σε πολιτισμικό επίπεδο, η μείξη λόγιας και λαϊκής κουλτούρας (συγκρητισμός που θυμίζει εκδοχή τής κατά Ζαν-Λικ Γκοντάρ έκφρασης για «τα παιδιά του Μαρξ και της Κόκα-Κόλα») και η ιδιοποίησή του υπήρξε το κυρίαρχο χαρακτηριστικό μιας κοινότητας που είδε και παρουσίασε τον εαυτό της με όρους ρήξης σε σχέση με το παρελθόν. Αν και το φοιτητικό κίνημα στάθηκε στο μεταίχμιο «μεταξύ καινοτομίας και παράδοσης» τόσο η αυτοεικόνα όσο και το πρόγραμμα της μαζικής ειρηνικής δράσης έφεραν μια γενικότερη πρωτοποριακή στάση: «ως έναν βαθμό επιτάχυνε τον εκσυγχρονισμό της Ελλάδας, ο οποίος ενέσκηψε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στα χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας, όταν ο πολιτικός ριζοσπαστισμός συγχωνεύθηκε με την καθημερινή ζωή». Την ίδια περίοδο εδραιώθηκε και ο μύθος της γενιάς του Πολυτεχνείου στη συλλογική μνήμη, περίπου ως αντίδοτο στο τραύμα της επταετίας: «από πολλές απόψεις το Πολυτεχνείο χρησιμοποιήθηκε για να ξεπλύνει την απουσία συστηματικής διαφωνίας ενάντια στο καθεστώς των συνταγματαρχών».

Το σύμβολο αντίστασης έγινε σύμβολο εξουσίας
Η λυτρωτική διάσταση της αγιοποίησης της εξέγερσης της 17ης Νοεμβρίου 1973 ήταν ίσως αναμενόμενη στο πλαίσιο του αφηγήματος που ήθελε τη Μεταπολίτευση το happy end για έναν βραχύ 20ό αιώνα ανάπηρων πολιτικών θεσμών και ταραγμένης ιστορίας. Η πεποίθηση άλλωστε ότι παρά τις υστερήσεις και τις παθογένειες η ελληνική κοινωνία συνέκλινε σταδιακά προς τον ευρωπαϊκό κανόνα υπήρξε ισχυρή σταθερά της κοινής γνώμης μετά το 1974. Εύστοχα υπογραμμίζει ο Κορνέτης την πρόσφατη, πρόσκαιρη ή μη, ανατροπή των προτύπων στην πρόσφατη συλλογική απόρριψη της γενιάς του Πολυτεχνείου: στον απόηχο της κρίσης ένα σύμβολο αντίστασης μετατράπηκε σε σύμβολο εξουσίας, μια εποχή θεσμικής ομαλότητας σε ένοχη τεσσαρακονταετία. Ωστόσο, οι πολιτισμικές τροπές δεν είναι μονοσήμαντες. Αξίζει άρα να προσθέσει κανείς στην παραπάνω διαπίστωση ότι, με ηλικιακούς όρους τουλάχιστον, κάποια από τα «παιδιά της δικτατορίας» βρίσκονται και σήμερα στην κυβέρνηση - μαζί με την επόμενη γενιά, τα παιδιά της Μεταπολίτευσης.

Μάρκος Καρασαρίνης, ΤΟ ΒΗΜΑ, 19/04/2015