1. Λογοτεχνία
  2. Νεοελληνική λογοτεχνία
  3. Επιστροφή

Ο Βασιλιάς της

Συγγραφέας: Χρήστος Χωμενίδης

 

Εκδότης: Εκδόσεις Πατάκη

 

Τιμή: 0,00 €

:
  • Google+
  • PrintFriendly
Χρονολογία έκδοσης: 6 Μαΐου 2020
Τύπος: Μαλακό
Σελίδες: 0
Διαστάσεις: 24x17cm

ISBN

  •  

Περιγραφή

"....Τέτοια με σκότιζαν μέρα-νύχτα και είχα στην κυριολεξία ρυτιδιάσει από την άγονη σκέψη. Ώσπου ένα σούρουπο, ενώ μάζευα τα αποφάγια κάποιας παρέας για να τα ρίξω στα σκυλιά, ένα σπουργίτι προσγειώθηκε μπροστά μου. Με κοίταξε ειρωνικά με το αριστερό του μάτι. "Είσαι βλάκας!" μού είπε ανοιγοκλείνοντας το ράμφος του. Νόμισα ότι είχα παρακούσει. "Τι;" ρώτησα παρ'όλ'αυτά. "Είσαι βλάκας!" επανέλαβε. Κόντεψε να μου έλθει κόλπος. Την ακριβώς επόμενη στιγμή καταλάβαινα τις κουβέντες όλων των πουλιών που βρίσκονταν εκεί γύρω.

Χοροπηδούσαν τα σπουργίτια από πάγκο σε πάγκο και κουτσομπόλευαν τους ανθρώπους. Καθόταν μια οικογένεια κότσυφες στον πλάτανο και δίδασκαν οι γονείς στα μικρά τους πώς να τσακώνουν τα έντομα - "οι σφήκες ειδικά" έλεγε η μάνα "θέλουν μεγάλη προσοχή, έτσι και σάς κεντρίσουν τη βάψατε. Όσο για τους σκορπιούς, μακριά!" Μιά γριά κουκουβάγια στο ψηλότερο κλαδί έβηχε κι έβριζε, "θα σωριαστώ νεκρή όπου να'ναι κι εσάς δεν θα ιδρώσει το αυτί σας! Μονάχα τα ποντίκια θα ορμήσουν να με ξεκοιλιάσουν! Γαμημένη ζωή..." Δυό γλάροι πέρασαν από πάνω μου - ο αρσενικός κυνηγούσε τη θηλυκιά, στα σαγόνια του σπαρταρούσε ένα ψαράκι, τής το'ταζε για να τού κάτσει. Είχα μείνει σύξυλος.

"Είδες πώς λύθηκε μεμιάς το πρόβλημά σου, βλάκα;" μού χαμογέλασε αναιδέστατα ο σπουργίτης. "Δεν έχεις παρά να ρωτάς εμάς -με την προσήκουσα, εννοείται, ευγένεια- και θα πληροφορείσαι με το νι και με το σίγμα ό,τι συνέβη κι ό,τι θα συμβεί!" "Με το "νι" και το "σίγμα"; Τι εννοείς;" "Χρησιμοποίησα μιάν έκφραση απ'το μέλλον - συγγνώμη κιόλας... Σημαίνει με την πάσα λεπτομέρεια."

"Γιατί μού δόθηκε ξαφνικά τέτοιο χάρισμα;" "Για αυτό σε λέω βλάκα!" (Απολάμβανε να με βρίζει, σαν τα παιδάκια που ηδονίζονται με τις βρωμοκουβέντες...) "Αν, βλάκα μου, μόλις τα κακαρώσει ο Κέρκαφος κλείσει και το μαντείο και η ταβέρνα σας, αντίο για μάς τα ψίχουλα και τα ξυγκάκια! Δεν το καταλαβαίνεις ότι κάθε μέρα μάς προσφέρετε το πιό εκλεκτό τσιμπούσι; Παρατήρησες πόσο καλοθρεμμένοι είμαστε σε σύγκριση με τους ομοίους μας έξω από εδώ; Για κορόιδα μάς έχεις να ξαναρχίσουμε να κυνηγάμε σκουλήκια;" "Κατέχω πλέον δηλαδή τη μαντική τέχνη;"

"Μην μεγαλοπιάνεσαι - τη γλώσσα των πουλιών κατέχεις. Στην πράξη βέβαια ένα και το αυτό... Μπρος, ρώτα με ό,τι θες! Να σού αποκαλύψω πότε θα πεθάνεις; Θα ζήσεις πάρα πολλά χρόνια. Τα περισσότερα όμως θα'ναι πικρά... Η Ελένη σου θα βασιλέψει σε δυό χώρες. Ο θρόνος της θα ψηλώνει και θα ψηλώνει, άνθρωπος δεν θα μείνει που να μην τη μελετάει. Μόνο που ο θρόνος της θα'ναι στημένος στην κορυφή ενός βουνού από πτώματα..." "Φτάνει! Δεν θέλω να ξέρω!" τού φώναξα. "Αν ρωτάς για τον αδελφό σου -εκείνον που έχεις απ'την ίδια μάνα και πατέρα- συμβούλεψέ τον να αποφεύγει τα λουτρά. Κάλλιο να ζέχνει από την απλυσιά παρά να κολυμπήσει μέσα στο αίμα του..." "Σκάσε!" Τού πέταξα μιά πέτρα κι έτρεξα προς το μαγειρείο. Αν με έβλεπε κανείς, θα με περνούσε για ντιπ τρελό.

Το επόμενο διάστημα απέφευγα κατά το δυνατόν να κυκλοφορώ στην ύπαιθρο. Κι όποτε αναγκαζόμουν, βούλωνα τα αυτιά μου με ψίχα ψωμιού. Δεν το'χα συνειδητοποιήσει νωρίτερα και πώς άλλωστε; Η γνώση του μέλλοντος, που οι περισσότεροι -για να μην πω όλοι- οι θνητοί κόπτονται να αποκτήσουν, σε εμένα προξενούσε αποστροφή. Έως πανικό.

Όχι -πιστέψτε με-, όχι επειδή φοβόμουν τα δεινά που ίσως να ελλόχευαν στη στροφή του δρόμου. Αλλά διότι αν μάθαινα το πεπρωμένο μου, η ζωή μου θα έχανε το ενδιαφέρον της. Το νόημά της. Θα ήταν σάμπως να τα αγναντεύω όλα από την αντίπερα όχθη της Αχερουσίας, ήδη νεκρός...

Ο σπούργιτας δεν το'βαζε, εννοείται, κάτω.
Ξημεροβραδιαζόταν στο κατώφλι μου, πηδούσε στο περβάζι και δωσ'του μπίρι-μπίρι, να φλυαρεί και να με κολάζει. Εγώ αμυνόμουν τραγουδώντας στη διαπασών - "σώνει, Μενέλαε, με τις γαϊδουροτσιρίδες σου!" με έβριζε η Ελένη.

Ένα πρωί, ο άσπονδος φίλος μου εμφανίστηκε εντελώς αλλαγμένος, με ύφος σεμνό και σοβαρό. "Δεν ήρθα σήμερα για να σε σκανδαλίσω" μού δήλωσε. "Μιά απορία σε ικετεύω να μού λύσεις... Μπορώ να κάτσω στον ώμο σου για να μη φωνάζω;" κελάηδησε. Σφάλισα τα πορτοπαράθυρα και του'κανα το χατίρι. "Γιατί δεν θες, Μενέλαε, να γίνεις μάντης; Δεν αντιλαμβάνεσαι πόση δύναμη συνεπάγεται αυτό; Σαν πρόσωπο ιερό θα σε αντιμετωπίζουν όλοι! Τα χέρια θα σού φιλάνε, θησαυρούς θα σωρεύουν στα πόδια σου! Όμως τι λέω; - τα'χεις δει να συμβαίνουν στον Κέρκαφο! Για ποιόν λοιπόν λόγο απορρίπτεις την ευλογία των πουλιών; Δειλιάζεις;"

Αφού μού απευθυνόταν τόσο αντρίκια -λες κι είχε μες στην περασμένη νύχτα ενηλικιωθεί- όφειλα κι εγώ να του δώσω μια ειλικρινή απάντηση. "Δεν έχεις καταλάβει" τού'πα "ότι ποσώς με απασχολεί η δόξα ή ο πλούτος; Πως η ψυχή μου με άλλα ευφραίνεται, άλλα λαχταράει; Ούτε κι είμαι τόσο φιλάνθρωπος, ώστε να τρώω την ώρα μου προφητεύοντας για τον πάσα ένα... Αλήθεια τώρα, σε τι χρησιμεύει όλο αυτό; Άμα σού φανερώσουν -εννοώ- το πεπρωμένο σου, υπάρχει τρόπος να το μεταβάλεις; Ή είναι τα πάντα αποφασισμένα, ρυθμισμένα από τις φασκιές μας, ίσως κι ακόμα νωρίτερα;"

Σάλταρε ο σπούργιτας απ'τον αριστερό μου ώμο στον δεξί - επρόκειτο για αντίδραση αμηχανίας - είτε δεν εννοούσε τι τον ρώταγα είτε δεν ήθελε να μού απαντήσει. "Ξέρεις κάποιον" επέμεινα "ο οποίος, μετά την επίσκεψή του σε μαντείο, να άρπαξε τη ζωή του από τα κέρατα και να τής άλλαξε κατεύθυνση; Να απέφυγε τις συμφορές; Να παρέκαμψε τις παγίδες; Δώρο-άδωρο μού φαίνεται η γνώση του μέλλοντος..."

Το πουλί με κοιτούσε βουβό. Η ατμόσφαιρα στην κάμαρα είχε ξαφνικά βαρύνει, θρηνούσαμε κανέναν; Πήρα απ'το κιούπι ένα ξεραμένο σύκο και άνοιξα τη χούφτα μου για να τσιμπολογήσει - ήθελα να το ευθυμήσω, δεν άντεχα τη μελαγχολία του. "Από αλλού να το περιμένεις κι από αλλού να σου'ρχεται" είπε στο τέλος. "Αυτή είναι η μοίρα όλων σας ανεξαιρέτως, ακόμα και των πιό σοφών. Αυτός και μόνον ο χρησμός θα έπρεπε να σας δίνεται. Μα πώς θα τον αντέχατε;"

Φτερούγισε ως το ταβάνι για να ξαλεγράρει, για να τινάξει από πάνω του το βάρος των ανθρώπινων. Όταν χαμήλωσε στο ύψος μου είχε βρει και πάλι το σκάνταλο ύφος του. "Μην είσαι τόσο βλάκας!" τιτίβισε. "Έτσι και αρνηθείς την προσφορά μας, μαντείο και ταβέρνα θα ρημάξουν. Η αφεντιά σου και η γυναίκα και η κόρη σου θα βρεθείτε στους πέντε δρόμους και δεν είσαι πιά, φουκαρά μου Ατρείδη, στην πρώτη νιότη σου, δεν στίβεις και την πέτρα!" "Νομίζεις!" θίχτηκα. "Ό,τι αντικρύζεις γύρω σου εγώ το έχτισα." "Σου δίνω μιά τελευταία ευκαιρία, πρόσεξε πολύ καλά. Αν την κλωτσήσεις, ξέχνα την τη γλώσσα των πουλιών." "Το μη χείρον βέλτιστον" τού απάντησα με ακράδαντη πεποίθηση. Όταν ξανάνοιξε το στόμα του ο σπουργίτης, στ'αυτιά μου δεν έφτασε παρά μια ακατανόητη τρίλια. Αναστέναξα με ανακούφιση.

Θέλετε ειλικρινά, φίλοι, να μάθετε αν το μετάνοιωσα; Ε λοιπόν όχι! Συνάντησα αρκετούς μάντεις στη ζωή μου, και στην Ελλάδα και στην Τροία. Ποτέ, ούτε για μιά στιγμή, δεν είδα κανενός τους το χείλι να σκάει. Τα όσα κατείχαν τούς βύθιζαν στο πένθος. Εδώ έγκειται ακριβώς η ουσία της απόφασής μου. Από τη γνώση εγώ προτίμησα την -έστω πρόσκαιρη, έστω απατηλή- χαρά...."

(Ο "Βασιλιάς της" τελείωσε στις 05/01/2020. Υπό κανονικές συνθήκες θα βρισκόταν ήδη στα βιβλιοπωλεία. Έτσι όμως που ήρθαν τα πράγματα, κλεισμένος έστω στο συρτάρι μου, αποκτά μια απροσδόκητη επικαιρότητα...)

Χρήστος Χωμενίδης